Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κλιμακώνει την πίεση προς τη Meta, διατάσσοντας την εταιρεία να επιτρέψει εκ νέου τη δωρεάν πρόσβαση ανταγωνιστικών chatbot τεχνητής νοημοσύνης στο WhatsApp. Η απόφαση αποτελεί προσωρινό μέτρο στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης αντιμονοπωλιακής έρευνας που διεξάγουν οι ευρωπαϊκές αρχές σχετικά με τις πρακτικές της Meta στην αγορά των υπηρεσιών AI.
Η υπόθεση ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2025, όταν η Meta προχώρησε στον αποκλεισμό τρίτων chatbot τεχνητής νοημοσύνης από το WhatsApp. Η κίνηση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς την ίδια στιγμή η εταιρεία συνέχιζε να προσφέρει τη δική της AI υπηρεσία ενσωματωμένη στην πλατφόρμα. Οι ευρωπαϊκές αρχές θεώρησαν ότι η συγκεκριμένη πρακτική ενδέχεται να περιορίζει τον ανταγωνισμό σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε επίσημη έρευνα τον Δεκέμβριο του 2025 και ήδη από τον Φεβρουάριο του 2026 είχε εκφράσει την προκαταρκτική εκτίμηση ότι απαιτούνται άμεσα μέτρα για να αποτραπεί πιθανή και μη αναστρέψιμη ζημία στον ανταγωνισμό. Η σημερινή απόφαση αποτελεί ακριβώς αυτή την παρέμβαση.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της Επιτροπής, η Meta κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά εφαρμογών επικοινωνίας για καταναλωτές στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο τουλάχιστον από τις αρχές του 2023. Ως εκ τούτου, η άρνηση πρόσβασης ανταγωνιστικών AI βοηθών στο WhatsApp ενδέχεται να συνιστά κατάχρηση της ισχυρής θέσης της στην αγορά.

Οι Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι η Meta ουσιαστικά στέρησε από ανταγωνιστές την πρόσβαση σε μια υποδομή που προηγουμένως ήταν διαθέσιμη σε τρίτους μέσω του WhatsApp Business API. Παρότι η εταιρεία επανέφερε τη δυνατότητα πρόσβασης τον Μάρτιο του 2026, επέβαλε οικονομική χρέωση για τη χρήση της υπηρεσίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι η πρακτική αυτή είναι ισοδύναμη με τον προηγούμενο αποκλεισμό, καθώς δημιουργεί σημαντικά εμπόδια για τους ανταγωνιστές.
Με τη νέα εντολή, η Meta υποχρεώνεται να επαναφέρει το καθεστώς που ίσχυε πριν από τον Οκτώβριο του 2025, όταν οι τρίτοι πάροχοι AI μπορούσαν να χρησιμοποιούν το WhatsApp δωρεάν. Η εταιρεία θα πρέπει να διατηρήσει αυτή την πολιτική μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα και να εκδοθεί η τελική απόφαση των ευρωπαϊκών αρχών.
Η υπόθεση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης στην Ευρώπη, καθώς θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για το πώς οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες θα διαχειρίζονται την πρόσβαση ανταγωνιστικών υπηρεσιών στις πλατφόρμες τους. Παράλληλα, αναδεικνύει τη διαρκώς αυξανόμενη πρόθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ελέγχει στενότερα τις πρακτικές των τεχνολογικών κολοσσών και να διασφαλίζει συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού στην ψηφιακή οικονομία.



