Η ACE Team δεν ήταν ποτέ ένα στούντιο που ακολουθούσε την πεπατημένη. Από τα Zeno Clash μέχρι το Clash: Artifacts of Chaos, οι δημιουργοί της Χιλής απέδειξαν ότι προτιμούν να πειραματίζονται με νέες ιδέες, αντί να επαναλαμβάνουν επιτυχημένες συνταγές. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το The Mound: Omen of Cthulhu, ένα co-op extraction horror παιχνίδι που αντλεί έμπνευση από τον κόσμο του H.P. Lovecraft. Το αποτέλεσμα είναι ένα παιχνίδι που δεν στηρίζεται στα φθηνά jump scares, αλλά δημιουργεί μια μόνιμη αίσθηση αβεβαιότητας. Δεν φοβάσαι μόνο τα τέρατα που κρύβονται μέσα στη ζούγκλα· φοβάσαι ότι ίσως αυτά που βλέπεις και ακούς δεν υπάρχουν καν… Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του τίτλου. Άλλωστε, από τη στιγμή που έχουμε εφιαλτικά τέρατα που πηγάζουν από τη νοσηρή φαντασία του Lovecraft, σε συνδυασμό με Co-Op gameplay σε μια αφιλόξενη ζούγκλα, δεν χρειάζεται και πολύ για να κινητοποιηθούν οι ευαίσθητες «geek» χορδές μας…

Μια καταραμένη αποστολή στην καρδιά της ζούγκλας
Η ιστορία τοποθετείται στον 17ο αιώνα, μια εποχή όπου οι εξερευνητές αναζητούσαν άγνωστες περιοχές, πολύτιμους θησαυρούς και φυσικά… χρυσό. Εσείς και η ομάδα σας επιβιβάζεστε σε ένα πλοίο και αναλαμβάνετε αποστολές σε ένα μυστηριώδες νησί, όπου κάθε εξόρμηση μπορεί να αποδειχθεί και η τελευταία. Πριν από κάθε expedition οι παίκτες προετοιμάζονται πάνω στο πλοίο, μοιράζονται εξοπλισμό, επιλέγουν τα απαραίτητα εφόδια και υπογράφουν –με αρκετή δόση χιούμορ– ένα συμβόλαιο που ουσιαστικά δηλώνει ότι η εταιρεία δεν φέρει καμία ευθύνη αν κάτι πάει στραβά (ως γνωστόν πάντα κάτι θα πάει στραβά σε αυτές τις περιπτώσεις). Μόλις αποβιβαστείτε στο νησί, η άμαξα (Ox Cart) μετατρέπεται στο κινητό σας καταφύγιο. Εκεί αποθηκεύονται οι θησαυροί που συλλέγετε, αλλά λειτουργεί και ως σημείο ανεφοδιασμού κατά τη διάρκεια της εξερεύνησης (ένα μίνι mobile κέντρο επιχειρήσεων δηλαδή). Ο στόχος είναι απλός στα χαρτιά: να συγκεντρώσετε αρκετό χρυσό ώστε να καλύψετε το απαιτούμενο όριο και στη συνέχεια να επιστρέψετε σώοι στο πλοίο. Στην πράξη όμως τίποτα δεν είναι τόσο απλό και αυτό γιατί οι κίνδυνοι που κρύβονται στην καρδιά της ζούγκλας ξεπερνούν κάθε φαντασία!

This is… madness!
Η μεγάλη ιδέα του παιχνιδιού είναι το περίφημο Madness System, ένας μηχανισμός του gameplay που ουσιαστικά αποτελεί και την καρδιά της συνολικής εμπειρίας. Όσο περισσότερο εκτίθεστε στις υπερφυσικές δυνάμεις του νησιού, τόσο περισσότερο διαβρώνεται η λογική σας. Στην αρχή ακούτε ανεπαίσθητες φωνές να ψιθυρίζουν το όνομά σας. Λίγο αργότερα αρχίζετε να βλέπετε σκιές, παράξενες φιγούρες ή αντικείμενα που ίσως υπάρχουν… ίσως όμως και όχι.

Σε αυτό το σημείο εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη επιτυχία της ACE Team. Σε αντίθεση με πολλά horror παιχνίδια που βασίζονται αποκλειστικά σε scripted στιγμές τρόμου, το The Mound προσπαθεί να κάνει τον ίδιο τον παίκτη να αμφισβητεί τις αισθήσεις του. Ένα δέντρο μπορεί να μοιάζει με τέρας, ενώ παράλληλα ένας συμπαίκτης μπορεί να είναι στην πραγματικότητα ένα πλάσμα που προσπαθεί να σας παρασύρει. Για παράδειγμα, ένα λαμπερό αντικείμενο που φαίνεται σαν πολύτιμος θησαυρός μπορεί να αποδειχθεί μια παγίδα που θα σας ρίξει σε μια βαθιά χαράδρα. Παιχνιδίζοντας διαρκώς με τις αισθήσεις σας, το παιχνίδι καταφέρνει να δημιουργήσει διαρκώς αυτή την ανασφάλεια και πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεσαι ότι δεν μπορείς να εμπιστευτείς ούτε τα μάτια ούτε τα αυτιά σου.

Στο The Mound: Omen of Cthulhu η παράνοια δεν αποτελεί απλώς ένα οπτικό εφέ, αλλά πρόκειται για έναν μηχανισμός τουgameplay που επηρεάζει κάθε σου απόφαση και αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο εξερευνάς το περιβάλλον. Κάθε αποστολή πραγματοποιείται σε διαφορετικές περιοχές της ζούγκλας, με πολλαπλά μονοπάτια, κρυφά περάσματα και αρκετά μυστικά που αποκαλύπτονται μόνο μετά από επαναλαμβανόμενες προσπάθειες. Το παιχνίδι δεν κρατά ποτέ τον παίκτη από το χέρι. Δεν υπάρχουν έντονοι δείκτες, ούτε συνεχείς οδηγίες για το πού πρέπει να κινηθείς. Αντίθετα, σε ενθαρρύνει να μάθεις τον χώρο μέσα από τις αποτυχίες σου. Με τον καιρό αρχίζεις να θυμάσαι διαδρομές, ασφαλή σημεία και τοποθεσίες σημαντικών αντικειμένων, γεγονός που δημιουργεί μια ιδιαίτερη αίσθηση ικανοποίησης. Η γνώση γίνεται το σημαντικότερο όπλο σου και πολλές φορές αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε όπλο μεταφέρεις μαζί σου.

Παράλληλα, η ποικιλία των εχθρών διατηρεί αμείωτη την ένταση. Ανθρωπόμορφα πλάσματα με παραμορφωμένα άκρα, τερατώδεις Lovecraftian οντότητες και αλλόκοτες παρουσίες καραδοκούν σε κάθε γωνιά, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που παραμένει απειλητική καθ’ όλη τη διάρκεια κάθε expedition. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι περισσότερες αναμετρήσεις δεν αντιμετωπίζονται απαραίτητα με τη βία. Συχνά η καλύτερη επιλογή είναι η αποφυγή, καθώς κάθε μάχη αυξάνει την οργή της ίδιας της ζούγκλας, κάνοντας την αποστολή ολοένα και πιο επικίνδυνη.
Όταν κάθε σφαίρα μετράει…
Σε αντίθεση με αρκετά σύγχρονα horror παιχνίδια που δίνουν στον παίκτη υπερβολική δύναμη απέναντι στις απειλές, το The Mound: Omen of Cthulhu ακολουθεί μια διαφορετική φιλοσοφία. Το combat είναι σκόπιμα αργό, βαρύ και απαιτητικό, αντικατοπτρίζοντας την εποχή στην οποία διαδραματίζεται το παιχνίδι. Το οπλοστάσιο αποτελείται από ξίφη, μαχαίρια, τσεκούρια, crossbows, μουσκέτα και πιστόλια της εποχής, με κάθε όπλο να έχει τα δικά του πλεονεκτήματα αλλά και περιορισμούς. Ειδικότερα, τα πυροβόλα όπλα χρειάζονται αρκετό χρόνο για να κάνουν reload, κάτι που σημαίνει πως κάθε βολή πρέπει να είναι υπολογισμένη και να την εκτελείτε με τη δέουσα προσοχή.

Αντίστοιχα, τα melee όπλα είναι ναι μεν πιο αξιόπιστα στις κοντινές αποστάσεις, αλλά σε φέρνουν επικίνδυνα κοντά σε εχθρούς που πολλές φορές μπορούν να σε εξοντώσουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ωστόσο, σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε ότι το παιχνίδι δεν ενθαρρύνει τη σύγκρουση. Αντίθετα, αρκετές φορές η πιο έξυπνη επιλογή είναι η υποχώρηση, καθώς κάθε μάχη αυξάνει την επιθετικότητα της ζούγκλας και των πλασμάτων της και κάνει τα επόμενα enemy encounters ολοένα και πιο δύσκολα. Αυτό λοιπόν έχει ως αποτέλεσμα να σκέφτεσαι δύο και τρεις φορές πριν τραβήξεις τη σκανδάλη.
Co–Op στα… καλύτερα του!
Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα στοιχεία της εμπειρίας που προσφέρει το The Mound, είναι αναμφίβολα το co-op. Χωρίς αμφιβολία, η δυνατότητα συνεργασίας έως τεσσάρων παικτών μεταμορφώνει την εμπειρία. Από την προετοιμασία πάνω στο πλοίο μέχρι την εξερεύνηση της ζούγκλας, κάθε αποστολή απαιτεί επικοινωνία, σωστή διαχείριση των πόρων και συνεργασία.

Το proximity voice chat λειτουργεί εξαιρετικά και δημιουργεί μοναδικές στιγμές. Οι αποστάσεις επηρεάζουν την ένταση της φωνής, ενώ ορισμένες κατάρες αλλοιώνουν ακόμη και τον τρόπο που ακούγεσαι στους συμπαίκτες σου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην είσαι ποτέ πραγματικά σίγουρος αν αυτός που σε φωνάζει είναι όντως μέλος της ομάδας ή κάτι πολύ πιο σκοτεινό! Και εκεί γεννιούνται μερικές από τις καλύτερες στιγμές του παιχνιδιού. Πανικός όταν κάποιος εξαφανίζεται μέσα στην ομίχλη, φωνές για βοήθεια που ίσως είναι παγίδα, γέλια όταν κάποιος πέφτει σε έναν λάκκο επειδή ακολούθησε ένα ψεύτικο αντικείμενο ή όταν ένας παίκτης προσπαθεί να πείσει τους υπόλοιπους ότι… δεν είναι το τέρας που έχει πάρει τη μορφή του.

Αυτό το διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στον τρόμο και το χιούμορ θυμίζει αρκετές επιτυχημένες co-op εμπειρίες των τελευταίων ετών, όμως το The Mound καταφέρνει να προσθέσει τη δική του προσωπική πινελιά μέσω του συστήματος παράνοιας. Από την άλλη πλευρά, η solo εμπειρία είναι αισθητά πιο σκληρή και δύσκολη. Παρότι υπάρχουν AI companions, η συμπεριφορά τους δεν είναι πάντα αξιόπιστη. Συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα στο pathfinding, αργούν να αντιδράσουν στις απειλές ή παίρνουν αποφάσεις που δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν. Κρίνοντας λοιπόν με βάση τα παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι το παιχνίδι σχεδιάστηκε πρωτίστως για να δώσει μεγαλύτερη ώθηση στη multiplayer εμπειρία παρά στο solo παιχνίδι.
Progression: Η μεγαλύτερη αδυναμία
Εκεί όπου το The Mound δυσκολεύεται περισσότερο είναι στο σύστημα προόδου. Η φιλοσοφία της ACE Team βασίζεται στο ότι η γνώση αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο του παίκτη. Όσο περισσότερο παίζεις, τόσο καλύτερα μαθαίνεις τις πίστες, τους εχθρούς και τους μηχανισμούς. Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα, όμως στην πράξη αποδεικνύεται ότι δημιουργεί αρκετά προβλήματα. Παρότι υπάρχει σύστημα επιπέδων, τα rewards είναι περιορισμένα και δεν προσφέρουν ουσιαστική αίσθηση εξέλιξης. Αντίστοιχα, τα Wood Carvings, τα οποία θεωρητικά προσφέρουν διάφορα bonus στις αποστολές, δεν εξηγούνται επαρκώς και πολλές φορές δεν είναι ξεκάθαρο αν λειτουργούν σωστά ή αν τελικά πρόκειται για κάποιο bug.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως είναι ότι το παιχνίδι αποφεύγει υπερβολικά τις επεξηγήσεις. Η ανακάλυψη είναι αναμφίβολα σημαντικό στοιχείο, όμως όταν ο παίκτης δεν γνωρίζει ποτέ ποιος είναι ο επόμενος στόχος του ή γιατί κάνει κάτι, η εμπειρία μετατρέπεται από μυστηριώδη σε απογοητευτική. Σε συνδυασμό με τα απότομα difficulty spikes, όπου υπάρχουν στιγμές που η δυσκολία μοιάζει περισσότερο τιμωρητική παρά δίκαιη.
Ατμόσφαιρα που καθηλώνει…
Ο οπτικός τομέας αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα από τα μεγαλύτερα ατού του παιχνιδιού. Η πυκνή βλάστηση, οι ομιχλώδεις περιοχές, ο δυναμικός φωτισμός και οι εξαιρετικές σκιές δημιουργούν μια ζούγκλα που αποπνέει μόνιμα απειλή. Οι τοποθεσίες δεν εντυπωσιάζουν μόνο τεχνικά, αλλά λειτουργούν και αφηγηματικά, ενισχύοντας την αίσθηση ότι κάθε βήμα μπορεί να οδηγήσει σε κάτι αδιανόητο και σε ένα εχθρικό πλάσμα που δεν το περίμενες καν.Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στον σχεδιασμό των πλασμάτων. Οι δημιουργίες της ACE Team ισορροπούν ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο απόκοσμο, πετυχαίνοντας ακριβώς αυτό που επιδιώκει το Lovecraftian horror: να προκαλούν δυσφορία χωρίς να αποκαλύπτουν ποτέ πλήρως τη φύση τους.

Στον τομέα του ήχου, το παιχνίδι βασίζεται περισσότερο στην ατμόσφαιρα παρά στη μουσική. Τα ambient ηχητικά εφέ, οι ψίθυροι, τα βήματα μέσα στη βλάστηση και οι ανεξήγητοι ήχοι που ακούγονται από κάθε κατεύθυνση δημιουργούν μια συνεχή αίσθηση έντασης. Σε γενικές γραμμές, το soundtrack παραμένει διακριτικό, όμως συνοδεύει ιδανικά κάθε εξερεύνηση χωρίς να γίνεται ποτέ κουραστικό. Όσον αφορά τις επιδόσεις, η εμπειρία είναι συνολικά θετική. Κατά τη διάρκεια της δοκιμής δεν παρουσιάστηκαν crashes, ενώ η απόδοση παρέμεινε σταθερή στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού. Υπάρχουν ορισμένα περιστασιακά stutters, χωρίς όμως να επηρεάζουν σημαντικά το gameplay.
Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας, Το The Mound: Omen of Cthulhu δεν είναι ένα horror παιχνίδι που θα αρέσει σε όλους. Είναι αργό, απαιτητικό και πολλές φορές αμείλικτο απέναντι στον παίκτη. Δεν ενδιαφέρεται να σου προσφέρει εύκολες νίκες ούτε να σε κρατήσει συνεχώς από το χέρι. Αντίθετα, σε αναγκάζει να μάθεις από τα λάθη σου, να συνεργαστείς με την ομάδα σου και κυρίως να αμφισβητήσεις όλα όσα βλέπεις και ακούς. Η ACE Team καταφέρνει να δημιουργήσει μία από τις πιο ιδιαίτερες Lovecraftian horror εμπειρίες των τελευταίων ετών, αξιοποιώντας εξαιρετικά το σύστημα παράνοιας και προσφέροντας ένα gameplay loop που χαρίζει πραγματικά μοναδικές ιστορίες σε κάθε expedition.

Παρ’ όλα αυτά, η άνιση δυσκολία, η περιορισμένη αίσθηση εξέλιξης, η έλλειψη ουσιαστικής καθοδήγησης και ορισμένες αδυναμίες στο solo gameplay δεν του επιτρέπουν να φτάσει στο επίπεδο που θα μπορούσε. Εάν όμως διαθέτετε μια καλή παρέα φίλων και αγαπάτε τόσο το Lovecraftian σύμπαν όσο και τα απαιτητικά co-op horror παιχνίδια, τότε το The Mound: Omen of Cthulhu αποτελεί μία από τις πιο ξεχωριστές προτάσεις της χρονιάς, καθώς δεν σε «τρομάζει» μόνο με τα εφιαλτικά τέρατά του, αλλά κυρίως με την αμφιβολία που δημιουργεί μέσα στο ίδιο σου το μυαλό και για αυτό και μόνο είναι… unique.
Ανάπτυξη: ACE Team Έκδοση: Nacon Διάθεση: AVE
The Good
- Εξαιρετική Lovecraftian ατμόσφαιρα
- Πρωτότυπο Madness System
- Απολαυστικό co-op
- Πολύ καλός σχεδιασμός πλασμάτων και περιβάλλοντος
- Δυνατό sound design
The Bad
- Το solo παιχνίδι είναι ιδιαίτερα τιμωρητικό
- Η πρόοδος του χαρακτήρα είναι επιφανειακή
- Απότομα spikes στη δυσκολία
- Ελλιπής επεξήγηση βασικών μηχανισμών
- AI companions με εμφανή προβλήματα
****



